«Η αξία της αληθινής αγάπης»
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε μία όμορφη κοπέλα μαζί με την οικογένεια της. Τόση ήταν η ομορφιά της που όλα τα παλικάρια του χωριού έλιωναν από έρωτα για εκείνη. Τα εβένινα μακριά μαλλιά της θύμιζαν μεταξένιο χείμαρρο και τα καταπράσινα μάτια της γυάλιζαν σαν πολύτιμα σμαράγδια. Η οικογένεια της την καμάρωνε και αν και ήταν φτωχοί άνθρωποι δούλευαν μέρα και νύχτα για να μπορούν να της προσφέρουν όλα όσα ήθελε ώστε να την βλέπουν να χαμογελάει.
Έτσι η κοπέλα ψώνιζε αλόγιστα κοσμήματα φορέματα και όμορφα αντικείμενα από τους πλανόδιους εμπόρους που περνούσαν από το χωριό χωρίς να αναλογιστεί πόσο δύσκολα κατάφερναν να ανταποκρίνονται οι δικοί της σε όλα αυτά τα έξοδα. Όλη μέρα καθόταν μπροστά στον καθρέφτη της χτενίζοντας τα μαλλιά της και θαυμάζοντας το είδωλο της ενώ ονειρευόταν μία πλουσιοπάροχη ευτυχισμένη ζωή.
Από όλους τους νεαρούς που εκδήλωναν το ενδιαφέρον τους για εκείνη ξεχώριζε ένας ξυλοκόπος που κάθε φορά που επέστρεφε από το δάσος άφηνε στο παραθύρι της τα πιο όμορφα αγριολούλουδα περιμένοντας από κάτω να βγει η κοπέλα για να κλέψει μία της ματιά που θα τον έκανε να βρει το θάρρος να της εξομολογηθεί τον έρωτα του. Εκείνη κάθε φορά που έβγαινε στο παράθυρο της κοιτούσε τα λουλούδια αποδοκιμαστικά και τον ίδιο σαν να τον λυπόταν έπειτα έκανε μεταβολή και χανόταν από τα μάτια του. Ο νέος γυρνούσε στο δάσος θλιμμένος αλλά αποφασισμένος να βρει κάτι πιο όμορφο και σπάνιο για να της προσφέρει προσπαθώντας έτσι να της δείξει την αγάπη του και να κερδίσει την καρδιά της.
Οι άλλες κοπέλες του χωριού την ζήλευαν παράφορα αφού εκείνες θα έδιναν τα πάντα για να βρεθεί κάποιος να τις αγαπήσει τόσο και να γεμίσει τη ζωή τους με την σπάνια ευωδιά των άγριων λουλουδιών του δάσους.
Έτσι κυλούσε ο καιρός ώσπου μια μέρα ήρθε στο χωριό ένας όμορφος νέος έμπορος που πουλούσε χρυσά κοσμήματα και πολύτιμους λίθους από χώρες μακρινές. Η κοπέλα όπως ήταν φυσικό έτρεξε να δει από κοντά τους θησαυρούς του και εκείνος θαμπωμένος από την ομορφιά της της είπε «Έχω γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο και έχω δει πετράδια τόσο πολύτιμα που δεν το βάζει ανθρώπου νους και όμως μοιάζουν θαμπά μπροστά στην λάμψη των ματιών σου».
Η κοπέλα χαμογέλασε φιλάρεσκα και τότε ο έμπορος της χάρισε ένα χτενάκι στολισμένο με σμαράγδια, ένα καθρεφτάκι από φίλντισι στολισμένο με ρουμπίνια και ένα φόρεμα φτιαγμένο από το ακριβότερο μετάξι ραμμένο με χρυσή κλωστή «Θέλω να γίνεις γυναίκα μου. Σε λίγο καιρό θα περάσω πάλι από εδώ. Μέχρι τότε κράτησε αυτό το χτένι, τα σμαράγδια που έχει πάνω του δεν μπορούν βέβαια να συγκριθούν με τα μάτια σου στολίζουν όμως όμορφα τα υπέροχα μαλλιά σου. Μόνο πολύτιμα κοσμήματα και ακριβό μετάξι πρέπει να αγγίζει πάνω σου. Οτιδήποτε λιγότερο σε βεβηλώνει. Θέλω κάθε φορά που κοιτάς την εικόνα σου σε αυτόν τον καθρέφτη να σκέφτεσαι εμένα και την ζωή που θέλω να σου χαρίσω»
Από εκείνη τη μέρα το κορίτσι θαύμαζε τα πολύτιμα δώρα που της είχε χαρίσει και ονειρευόταν την ζωή της δίπλα του. Ο νεαρός ξυλοκόπος επέστρεψε σίγουρος πως αυτή τη φορά θα κατάφερνε να ευχαριστήσει την αγαπημένη του αφού της είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια μία ξύλινη καρδιά από έναν κορμό άγριας τριανταφυλλιάς που είχε βρει στο δάσος. Η καρδιά μοσχοβολούσε και πάνω της ο νέος είχε χαράξει τις λέξεις που από καιρό ήταν χαραγμένες στην καρδιά του. « Σ’ αγαπώ». Νύχτα έφτασε έξω από το παράθυρο της αγαπημένης του και έμεινε εκεί περιμένοντας υπομονετικά να ξημερώσει. Το πρωί η κοπέλα βγήκε στο παράθυρο της και αντίκρισε την ξύλινη καρδιά, βλέποντας την ξέσπασε σε περιπαικτικά γέλια, κοίταξε τον νεαρό ειρωνικά και ξαναμπήκε στο δωμάτιο της ακουμπώντας αδιάφορα το δώρο του σε ένα ράφι.
Ο νεαρός έσκυψε παραιτημένος το κεφάλι δάκρυσε και έπειτα πήρε το δρόμο για το δάσος και δεν ξαναπέρασε ποτέ από το παράθυρο της. Η όμορφη κοπέλα δεν το πρόσεξε καν αφού το μυαλό της ήταν συνέχεια στον πλούσιο έμπορο που όσο καιρό έλειπε της έστελνε πολύτιμα κοσμήματα και ακριβά μετάξια κάνοντας την ευτυχισμένη όσο ποτέ. Έτσι αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση του και το ανακοίνωσε όλο χαρά στην οικογένεια της.
Τζένη Κοσμίδου


